αεροδυναμικός

[аэродинамикос]εκ. аэродинамический, обтекаемый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αεροδυναμικός" в других словарях:

  • αεροδυναμικός — ή, ό [αεροδυναμική] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αεροδυναμική* 2. ο κατασκευασμένος σύμφωνα με τους νόμους της αεροδυναμικής λέγεται για αεροπλάνα, αυτοκίνητα κ.λπ., που έχουν σχήμα τέτοιο, ώστε να μειώνεται η αντίσταση στον αέρα κατά… …   Dictionary of Greek

  • αεροδυναμικός — ή, ό (για αεροπλάνα, αυτοκίνητα κ.ά.), αυτός που έχει σχήμα τέτοιο ώστε να μειώνεται η αντίσταση στον αέρα κατά την ανάπτυξη μεγάλων ταχυτήτων: Τα αυτοκίνητα που παίρνουν μέρος σε αγώνες ταχύτητας είναι αεροδυναμικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγαστήρας — ο, Ν 1. τεχνολ. διάταξη μέσω τής οποίας διέρχονται τα καυσαέρια εξαγωγής ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης προκειμένου να μειωθεί ο αεροδυναμικός θόρυβος, αλλ. σιωπητήρας 2. εξάρτημα που τοποθετείται στην κάννη πυροβόλου όπλου και, ιδίως, πιστολιού …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.